• 7803-5.jpg
  • 7803-8_v2.jpg
  • 7803-9_v2.jpg

Κακοήθεις Όγκοι του Θυρεοειδούς Αδένα

Διαγνωστικά Σημεία-Κλειδιά 

  • Ιστορικό ακτινοβόλησης του τραχήλου σε ορισμένους ασθενείς
  • Ανώδυνος ή διογκωμένος όζος, δυσφαγία, ή δυσφωνία
  • Λεπτός ή σκληρός, καθηλωμένος θυρεοειδικός όζος, σύστοιχη τραχηλική

λεμφαδενοπάθεια

  • Φυσιολογική θυρεοειδική λειτουργία, διάστικτος όζος με μικροαποτιτανώσεις

 συμπαγής (υπερηχογράφημα) και  ψυχρός (σάρωση με ραδιενεργό ιώδιο) με 

θετική ή ύποπτη κυταρολογική εξέταση.

  • Οικογενειακό ιστορικό θυρεοειδικού καρκίνου.

Γενικά στοιχεία 

Η αξιολόγηση της ταξινόμησης των κακόηθων όγκων του θυρεοειδούς αδένα είναι σημαντική, διότι οι θυρεοειδικοί καρκίνοι παρουσιάζουν ένα ευρύ φάσμα ανάπτυξης και κακοήθη συμπεριφορά. Στο ένα άκρο του φάσματος διακρίνουμε το θηλώδες καρκίνωμα, το οποίο συνήθως εμφανίζεται σε νεαρούς ενήλικες, αναπτύσσεται πολύ αργά, μεθίσταται διά των λεμφαγγείων και είναι συμβατό με μακρά διάρκεια επιβίωσης ακόμα και επί παρουσίας μεταστάσεων. Στο άλλο άκρο βρίσκεται το αδιαφοροποίητο καρκίνωμα, το οποίο εμφανίζεται καθυστερημένα στη διάρκεια της ζωής και είναι μη εγκυστώμενο και διηθητικό, σχηματίζοντας μεγάλους διηθητικούς όγκους που συνίστανται από μικρά και μεγάλα αναπλαστικά κύτταρα. Οι περισσότεροι ασθενείς με αναπλαστικό θυρεοειδικό καρκίνωμα καταλήγουν συνεπεία τοπικής υποτροπής, πνευμονικών μεταστάσεων ή και των δύο εντός 9 μηνών. Μεταξύ των δύο αυτών νοσολογικών οντοτήτων υπάρχουν τα θυλακιώδη καρκινώματα, τα καρκινώματα των κυττάρων του Hurthle, τα μυελοειδή καρκινώματα, σαρκώματα, λεμφώματα και μεταστατικοί όγκοι. Η πρόγνωση εξαρτάται από τον ιστολογικό τύπο, την ηλικία και το φύλο του ασθενούς, την έκταση της εξάπλωσης του όγκου κατά τη διάρκεια της διάγνωσης, από το εάν ο όγκος προσλαμβάνει ραδιενεργό ιώδιο και άλλους παράγοντες. Κατά μέσο όρο, 5% των ασθενών με θηλώδες, 10% αυτών με θυλακιώδες, 15% αυτών με καρκίνωμα εκ κυττάρων του Hurthle και 20% εκείνων με μυελοειδές καρκίνωμα θα καταλήξουν εντός 10 ετών. Η αιτία των περισσοτέρων περιπτώσεων καρκίνω θυρεοειεδούς είναι άγνωστη, παρόλο που ασθενείς οι οποίοι έχουν λάβει χαμηλή θεραπευτική δόση (6,5 – 2000 cGy) ακτινοβολίας στο θύμο, στις αμυγδαλές, στο κρανίο και στο δέρμα στη βρεφική, στην παιδική και στην εφηβική ηλικία παρουσιάζουν αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης θυρεοειδικών όγκων. Τα παιδιά είναι τα πλέον ευάλωτα στην έκθεση σε ακτινοβολία όπως συνέβη με το πυρηνικό ατύχημα στο Chernobyl, όμως οι ενήλικες έως 50 ετών οι οποίοι εκτέθηκαν στην ατομική έκρηξη στη Hiroshima είχαν αυξημένη επίπτωση καλοήθων και κακοήθων όγκων. Η επίπτωση του θυρεοειδικού καρκίνου αυξάνει για τουλάχιστον 30 έτη μετά την ακτινοβόληση. RET/PTC μεταθέσεις συμβαίνουν περίπου στο 80% των περιπτώσεων ακτινοβόλησης σχετιζόμενες με θήλωδη θυρεοειδικά καρκινώματα.

  • Τύποι καρκίνου του θυρεοειδούς αδένα

Α. Θηλώδες καρκίνωμα

B. Θυλακιώδες αδενοκαρκίνωμα

Γ. Μυελοειδές καρκίνωμα

Δ. Αδιαφοροποίητο καρκίνωμα

  • Θεραπεία

Η θεραπεία του διαφοροποιημένου θυρεοειδικού καρκινώματος (το οποίο δεν περιλαμβάνει το αναπλαστικό καρκίνωμα ή το μυελοειδή θυρεοειδικό καρκίνο) είναι η χειρουργική αφαίρεση. Για  θηλώδες καρκίνωμα πέραν του 1 cm  αποδεκτες επεμβάσεις αποτελούν η σχεδόν ολική και η ολική θυρεοειδεκτομή. Για μονήρη θηλώδη καρκινώματα μικρότερα του 1 cm, η λοβεκτομή αποτελεί επαρκή θεραπεία. Η υφολική ή μερική λοβεκτομή αντενδείκνυται εξαιτίας της μεγαλύτερης επίπτωσης υποτροπής του όγκου και της μικρότερης επιβίωσης. Η ολική θυρεοειδεκτομή συνίσταται για θηλώδη ( >1.0 cm ), θυλακιώδη, εκ κυττάρων του Hurthle και μυελοειδή καρκινώματα εάν η επέμβαση μπορεί να διενεργηθεί, χωρίς πρόκληση μόνιμου υποπαραθυρεοειδισμού ή τραυματισμού των παλίνδρομων λαρυγγικών νεύρων. Η ολική θυρεοειδεκτομή προτιμάται έναντι των άλλων επεμβάσεων, εξαιτίας της υψηλής επίπτωσης του πολυεστιακού όγκου εντός του αδένα, του κλινικού ποσοστού επανεμφάνισης για τον αντίπλευρο λοβό που κυμαίνεται περίπου στο 7%, εάν αυτός διατηρηθεί και της ευκολίας εκτίμησης της επανεμφάνισης μέσω της δοκιμασίας μέτρησης της θυρεοσφαιρίνης στον ορό και του υπερηχογραφήματος τραχήλου συμπεριλαμβανομένου των επαναληπτικών εξετάσεων. Αυτή επίσης επιτρέπει τη χρήση επικουρικής θεραπείας ή θεραπείας με τη χρήση ραδιενεργού ιωδίου. Το  προεγχειρητικό υπερηχογράφημα είναι στοιχειώδες σε ασθενείς με θηλώδες καρκίνωμα και όλοι οι μη φυσιολογικοί κεντρικοί και πλάγιοι τραχηλικοί λεμφαδένες θα πρέπει να αφαιρούνται. Εάν ο σύστοιχος προφυλακτικός κεντρικός τραχηλικός καθαρισμός θα πρέπει να πραγματοποιείται ως ρουτίνα, αυτό παραμένει αμφιλεγόμενο. Ο λειτουργικός τροποποιημένος ριζικός καθαρισμός του τραχήλου με διατήρηση της σφαγίτιδας φλέβας, του στερνοκλειδομαστοειδούς μυός, του νωτιαίου τμήματος του παραπληρωματικού νεύρου και των αισθητηριακών νεύρων εκτελείται, εάν υπάρχει κλινική συμμετοχή των πλάγιων τραχηλικών λεμφαδένων. Το μυελοειδές καρκίνωμα σχετίζεται με υψηλή επίπτωση λεμφαδενικής συμμετοχής, ως εκ τούτου ο αμφοτερόπλευρος τραχηλικός λεμφαδενικός καθαρισμός θα πρέπει να εκτελείται σε όλους τους ασθενείς. Ο επακόλουθος σύστοιχος και αντίπλευρος τραχηλικός ριζικός καθαρισμός συνίσταται εκλεκτικά για πρωτοπαθείς όγκους με διάμετρο μεγαλύτερη του 1,5 cm και με συμμετοχή των κεντρικών τραχηλικών λεμφαδένων. Οταν τα επίπεδα καλσιτονίνης στον ορό ή τα επίπεδα του καρκινοεμβρυικού αντιγόνου (CEA) παραμένουν αυξημένα μετά τη θυρεοειδεκτομή, απαιτείται ο έλεγχος με υπερηχογράφημα ή μαγνητική τομογραφία (MRI) του τραχήλου και του μεσοθωρακίου με μαγνητική τομογραφία (MRI). Η λαπαροσκοπική εκτίμηση του ήπατος για την παρουσία των συνήθων κεγχροειδών μεταστάσεων συνίσταται σε ασθενείς με αισθη-τα αυξημένα επίπεδα καλσιτονίνης. Εάν δεν ανευρίσκεται καμία μετάσταση εντός του ήπατος, τότε θα πρέπει να γίνεται  κεντρικός λεμφαδενικός καθαρισμός τραχήλου και αμφοτερόπλευρος λειτουργικός λεφαδενικός καθαρισμός τραχήλου, εάν δεν έχει ήδη διενεργειθεί, συμπεριλαμβανομένης της αφαίρεσης των λεμφαδένων του ανώτερου μεσοθωρακίου. Οι απομονωμένες μακρινές μεταστατικές εντοπίσεις του αδιαφοροποίητου θυρεοειδικου καρκινώματος θα πρέπει να αφαιρούνται χειρουργικώς εάν είναι εφικτό και να θεραπεύεται με 131 Ι μετά από ολική θυρεοειδεκτομή ή την εκρίζωση του θυρεοειδούς με τη χρήση ραδιενεργού ιωδίου. Ολοι οι ασθενείς με θυρεοειδικό καρκίνο θα πρέπει να διατηρούνται επ ΄αόριστον με κατεσταλμένα επίπεδα θυρεοειδικών ορμονών (ήπια καταστολή για χαμηλού κινδύνου ασθενείς). Για τη παρακολούθηση είναι χρήσιμη η μέτρηση των επίπέδων της θυρεοσφαιρίνης (καρκινικός δείκτης για τον διαφοροποιημενο καρκίνο του θυρεοειδούς αδένα), τα οποία είναι συνήθως αυξημένα (>2 ng//mL) σε ασθενείς με υπολειπόμενο όγκο μετά από ολική θυρεοειδεκτομή. Για το αδιαφοροποίητο καρκίνωμα, το κακόηθες λέμφωμα ή το σάρκωμα, ο όγκος θα πρέπει να εξαιρείται όσο το δυνατόν πληρέστερα και κατόπιν να συνεχίζεται η θεραπευτική αντιμετώπιση με ακτινοβόληση και χημειοθεραπεία. Είναι σύνηθες πως καμμία επέμβαση πέραν της διαγνωστικής βιοψίας είναι ωφέλιμη για αυτούς τους ασθενείς, παρόλο που αυτοί μπορεί να είναι τοπικά ανεγχείρητοι ανάλογα με τη πορεία της συστηματικής νόσου.

Χειρουργική Επέμβαση: ολικη θυρεοειδεκτομη ,απεγκλωβισμος  δεξιου παλιδρομου λαρυγγικου νευρου απο τον ογκο κατα την εισοδο του στο λαρυγγα.

2019 - 2020 © Μαριόλης Σαψάκος Θεόδωρος • All Rights Reserved

Η παρούσα ιστοσελίδα και οι πληροφορίες που περιέχονται σε αυτήν σε καμία περίπτωση δεν μπορούν – και δεν έχουν ως σκοπό – να υποκαταστήσουν ιατρικές υπηρεσίες ή να δώσουν κατευθύνσεις για διάγνωση ή θεραπεία.
Το περιεχόμενο της ιστοσελίδας έχει αποκλειστικά ενημερωτικό ρόλο και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να υποκαταστήσει τον Ιατρό σας.

Δημιουργικό - Κατασκευή: www.MedicalManage.gr

Logo Medical Manage