• 7803-5.jpg
  • 7803-8_v2.jpg
  • 7803-9_v2.jpg

ΟΡΘΙΤΙΔΑ & ΠΡΩΚΤΙΤΙΔΑ

Η ορθίτιδα και η πρωκτίτιδα αποτελούν γενικούς όρους που αναφέρονται σε φλεγμονή του ορθού ή του πρωκτικού σωλήνα, που προκαλείται δευτερογενώς από μολυσματικά παθογόνα ή φλεγμονώδη αίτια. Τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα αποτελούν ένα ολοένα και αυξανόμενο αίτιο πρωκτίτιδας.

Ερπητική πρωκτίτιδα: Η πλειοψηφία των πρωκτικών και γεννητικών φλεγμονών προκαλούνται από τον τύπο HSV-2, που ευθύνεται για το 80%-90% των φλεγμονών. Οι φλεγμονές αυτές προκαλούνται είτε από τον εμβολιασμό είτε από την απευθείας επαφή με έναν μολυσμένο σύντροφο. Ο ιός μεταφέρεται μέσω των περιφερικών νεύρων, ενώ η περίοδος επώασης του ποικίλλει (ημέρες έως εβδομάδες). Τα πρόδρομα συμπτώματα περιλαμβάνουν αίσθημα καύσου, κνησμό, πυρετό και δερματικά οζίδια τα οποία και προοδευτικά συνενώνονται και ρήγνυνται, σχηματίζοντας επώδυνα έλκη. Επιπρόσθετα, οι ασθενείς δύναται να αναπτύξουν ψηλαφητούς βουβωνικούς λεμφαδένες, μαλακής συστάσεως.

Η εκτίμηση του ορθού με τη χρήση πρωκτοσκοπίου θα αναδείξει το ερυθηματώδες και εύθρυπτο επιθήλιο με τις εξελκώσεις και τις βλεννοπυώδεις εκκρίσεις.

Οι λοιμώξεις με τον ιό HSV συνήθως είναι αυτοπεριοριζόμενες λόγω και της απουσίας κάποιας προεξέχουσας βακτηριακής λοίμωξης. Για το λόγο αυτό, η πρωταρχική θεραπεία, όπως για παράδειγμα των πλύσεων του περινέου και η χορήγηση από του στόματος αναλγητικών, έχει ως στόχο την αντιμετώπιση και τον έλεγχο των συμπτωμάτων. Δεν υφίσταται θεραπεία στις οξείες λοιμώξεις, ωστόσο η Ακυκλοβίρη, η Βαλακυκλοβίρη και η Φαμκυκλοβίρη ελαττώνουν τη διάρκεια των συμπτωμάτων και δύνανται να χρησιμοποιηθούν ως κατασταλτικά φάρμακα σε ασθενείς με συχνές υποτροπές της νόσου.

Ορθοπρωκτική σύφιλις: Η οξεία φάση της ορθοπρωκτικής μόλυνσης χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση μιας βλατίδας (συφιλιδικό έλκος) στο όριο του πρωκτού ή μέσα στο πρωκτικό κανάλι, η οποία προοδευτικά μετατρέπεται σε έλκος και μπορεί εσφαλμένα να θεωρηθεί ως μια κλασσική σχισμή του πρωκτού. Στη συνέχεια η βλάβη αυτή υποστρέφει αυτόματα μετά από 3-4 εβδομάδες και ακολουθεί ένα δεύτερο στάδιο 2-10 εβδομάδες αργότερα. Η δευτερογενής σύφιλη προκαλεί πυρετό, δυσφορία, αρθραλγία, εμφάνιση κηλιδοβλατιδώδους εξανθήματος στις παλάμες και στα πέλματα, τεινεσμό, βλεννώδεις εκκρίσεις, πρωκτικό άλγος και βουβωνική λεμφαδενοπάθεια.

Η θεραπεία της νόσου συνίσταται στη χορήγηση πενικιλλίνης ενδομυϊκά.

Γονοκοκκική πρωκτίτιδα: Η γονοκοκκική πρωκτίτιδα προκαλείται από τον μικροοργανισμό Neisseriagonorrhoeae, που είναι ένας ενδοκυττάριος Gram-αρνητικός διπλόκοκκος οργανισμός. H μόλυνση του ορθού και του πρωκτού γίνεται κατά συνέχεια ιστού από τα γεννητικά όργανα στις γυναίκες, ενώ στους άντρες κατά τη διάρκεια της παθητικής πρωκτικής σεξουαλικής επαφής.

Η περίοδος επώασης της νόσου ποικίλλει και μπορεί να διαρκέσει μέχρι και 2 εβδομάδες. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν κνησμό, τεινεσμό και πυκνές, πυώδεις εκκρίσεις που εκκρίνονται από κρύπτες του πρωκτού. Η ενδοσκόπηση του πρωκτού αποκαλύπτει τη φλεγμονή της περιοχής από το μέσο έως το περιφερικό τμήμα του ορθού.

Η θεραπεία εκλογής για την ορθοπρωκτική γονόρροια περιλαμβάνει τη χορήγηση κεφτριαξόνης ενδομυϊκά.

Χλαμυδιακή πρωκτίτιδα και αφροδίσιο λεμφοκοκκίωμα: Τα Chlamydiatrachomatis αποτελούν το πιο κοινό σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα παγκοσμίως. Πολλοί ασθενείς παραμένουν ασυμπτωματικοί, ωστόσο στην περίπτωση ενεργής λοίμωξης του ορθού ή του πρωκτού εμφανίζονται συμπτώματα που συνήθως περιλαμβάνουν πρωκτικό άλγος, τεινεσμό και πυρετό. Παρόμοια συμπτώματα περιγράφονται και στους ασθενείς με αφροδίσιο λεμφοκοκκίωμα, αλλά το κυρίαρχο σύμπτωμα στους ασθενείς αυτούς είναι η βουβωνική λεμφαδενοπάθεια, με ανεύρεση μεγάλων καθηλωμένων λεμφαδένων και υπερκείμενο ερύθημα.

Η θεραπεία συνίσταται στη χορήγηση αζιθρομυκίνης ή δοξυκυκλίνης. Οι σύντροφοι θα πρέπει επίσης να αντιμετωπίζονται θεραπευτικά, ώστε να αποκλείεται η επαναλοίμωξη.

Οξυτενή κονδυλώματα: Τα οξυτενή κονδυλώματα, που προκαλούνται από τον ιό των ανθρωπίνων θηλωμάτων, έχουν εμφάνιση δίκην «κουνουπιδιού» και ανευρίσκονται στο όριο του πρωκτού, μέσα στο πρωκτικό κανάλι ή περιβάλλουν τα γεννητικά όργανα. Οι ασθενείς συνήθως είναι ασυμπτωματικοί, αλλά μπορεί να εμφανίσουν συμπτώματα αιμορραγίας, κνησμού ή ενόχληση στον πρωκτό λόγω των όγκων. Εφόσον αναγνωρισθεί λοίμωξη από τον ιό, δεν υπάρχει τόπος εκρίζωσης της νόσου χειρουργικά. Ο στόχος της θεραπείας είναι η εξαίρεση της μακροσκοπικής βλάβης με βιοψία και καυτηριασμό.

Μαλακό έλκος: Η λοίμωξη εκδηλώνεται μέρες μετά τη μετάδοση του βακτηρίου, με επώδυνη βουβωνική λεμφαδενοπάθεια και ερυθηματώδεις βλατίδες πέριξ των γεννητικών οργάνων, που προοδευτικά μεταπίπτουν σε έλκη. Η διάγνωση τίθεται τυπικά από την καλλιέργεια του υγρού που εκκρίνεται από τα έλκη. Η θεραπεία συνίσταται στη χορήγηση Αζιθρομυκίνης (από του στόματος) ή Κεφτριαξόνης (ενδομυϊκά).

Φλεγμονώδης πρωκτίτιδα: Η φλεγμονώδης πρωκτίτιδα αναφέρεται γενικά σε ήπια ή σοβαρή φλεγμονή του ορθού, που δεν σχετίζεται ωστόσο με κάποια υποκείμενη λοίμωξη ή ένα σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν αιμορραγία από το ορθό, έπειξη προς αφόδευση, τεινεσμό και συχνά διάρροια. Η εξέταση του ορθού χαρακτηρίζεται από μια συνεχή, ερυθηματώδη, εύθρυπτη επιφάνεια του βλεννογόνου.

Αν και η κατάσταση αυτή συνήθως αυτοπεριορίζεται, οι εμμένουσες περιπτώσεις ανταποκρίνονται στη χορήγηση μικρών δόσεων κλυσμάτων κορτιζόνης.

Ακτινική πρωκτίτιδα: Η ακτινική πρωκτίτιδα αποτελεί μια ατυχή επιπλοκή της πυελικής ακτινοβολίας, που επισυμβαίνει τυπικά σε δυο περιπτώσεις. Η πρώτη περίπτωση περιλαμβάνει την οξεία βλάβη, που παρατηρείται κατά τη διάρκεια ή αμέσως μετά την ακτινοβολία της πυέλου. Χαρακτηρίζεται από αγγειακή συμφόρηση και εύθρυπτο επιθήλιο. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν αιμορραγία από το ορθό, έπειξη για αφόδευση, τεινεσμό και διάρροια. Στη δεύτερη περίπτωση, εμφανίζονται όψιμες βλάβες μήνες ή χρόνια μετά από την ολοκλήρωση της θεραπείας και χαρακτηρίζεται ιστολογικά από ίνωση που εκδηλώνεται κλινικά με στένωση, εμφάνιση ορθοκολπικού ή ορθοκυστικού συρριγίου και τελαγγειεκτασία. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν αιμορραγία, μεταβολή των συνηθειών του εντέρου, υποτροπιάζουσες ουρολοίμωξεις και κολπικές εκκρίσεις. Πρέπει να διενεργείται εξέταση με τη χρήση εύκαμπτου σιγμοειδοσκοπίου ή κολονοσκοπίου αλλά και λήψη βιοψίας, ώστε να τεθεί διάγνωση και να αποκλειστεί η πιθανότητα κακοήθειας.

Η αρχική θεραπεία στις οξείες περιπτώσεις περιλαμβάνει χορήγηση αγωγής που στοχεύει την ύφεση των συμπτωμάτων, συμπεριλαμβανομένων αντιδιαρροϊκών και σπασμολυτικών φαρμάκων. Η ακτινική πρωκτίτις που επιπλέκεται με την ανεύρεση συριγγίων επιβάλλεται να αντιμετωπίζεται χειρουργικά, ώστε να αποκαθίσταται η φυσιολογική δομή των ιστών.

Μαριόλης Σαψάκος Θεόδωρος, Γενικός Χειρουργός

2019 - 2020 © Μαριόλης Σαψάκος Θεόδωρος • All Rights Reserved

Η παρούσα ιστοσελίδα και οι πληροφορίες που περιέχονται σε αυτήν σε καμία περίπτωση δεν μπορούν – και δεν έχουν ως σκοπό – να υποκαταστήσουν ιατρικές υπηρεσίες ή να δώσουν κατευθύνσεις για διάγνωση ή θεραπεία.
Το περιεχόμενο της ιστοσελίδας έχει αποκλειστικά ενημερωτικό ρόλο και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να υποκαταστήσει τον Ιατρό σας.

Δημιουργικό - Κατασκευή: www.MedicalManage.gr

Logo Medical Manage